Η ιστορία της κλειδαριας



Η κλειδαριά πρώτα ξεκίνησε ως έννοια. Προφανώς, μαζί με την άλλη, αυτήν την καταναγκαστική, την αιτία όλων των κακών, αυτήν που δεν ξεχωρίζει τα ζώα από τα άλλα τα ζώα, τα δίποδα – την ιδιοκτησία και την απληστία!

Οι παλιότερες κλειδαριές δεν ήταν μπερδεμένες (σε αντίθεση με τις παραπάνω παραγράφους), αλλά απλές και ίσως αποτελεσματικές. Στην Ινδία, ας πούμε, στην εποχή του αυτοκράτορα Annam τα πολύτιμά τους τα τοποθετούσαν σε σεντούκια ξεκλείδωτα ή, καλύτερα, α-κλείδωτα, καθώς δεν είχαν κλειδαριές. Είχαν όμως τους «αγγέλους» των φυλάκων να τα φυλάνε. Τοποθετούσαν τα σεντούκια είτε σε υπόγεια του παλατιού είτε σε μικρά τεχνητά νησιά, όπου οι «άγγελοι» αναλάμβαναν τη φύλαξή τους. Οι «άγγελοι» δεν ήταν είχαν φτερά, αλλά δόντια και χοντρό δέρμα – για παπούτσια και τσάντες. Έβαζαν το σεντούκι στη μέση του τεχνητού νησιού και άφηναν γύρω, γύρω κροκόδειλους, τους οποίους κρατούσαν, προφανώς, ατάιστους – θολώνοντας έτσι τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στη δουλειά του διαρρήκτη και σ’ αυτήν του θηριοδαμαστή. 

Είναι, επίσης, γνωστή η ιστορία του Γόρδιου, του βασιλιά της Φρυγίας, που έκανε τον γνωστό κόμπο, ασφαλίζοντας το ζυγό στον άξονα του άρματός του, αυτόν που έλυσε ο Αλέξανδρος – κάνοντας τους ιερείς του ναού όπου φυλασσόταν το άρμα να τον συγχαρούν στα φανερά, λέγοντας ότι θα κατακτούσε την Ασία, αλλά στα κρυφά να οργίζονται και να προβλέπουν ότι κάποιος που διέπραξε τέτοια ιεροσυλία θα πέθαινε νωρίς. Κι έπεσαν και στα δύο μέσα. 

Οι κλειδαριές, με την τεχνική έννοια του όρου, εμφανίστηκαν 4.000 χρόνια πριν και, πιθανότατα,ταυτόχρονα σε πολλούς πολιτισμούς. Πρώτη φορά (δεν παίρνουμε και όρκο) εμφανίζονται στην Αίγυπτο και ήταν φτιαγμένες από ξύλο. Στερεώνονταν κάθετα στην πόρτα και χρησιμοποιούνταν ξύλινο κλειδί για να κλειδώνουν και να ξεκλειδώνουν. Τα κλειδιά αυτά είχαν διάφορες εγκοπές ή τρύπες, ώστε να είναι δύσκολη η αντιγραφή τους και να μην ανοίγει η κλειδαριά με οποιοδήποτε κομμάτι ξύλου. Ακόμα και στην Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται η ύπαρξη κλειδαριών. 

Αυτοί που διέδωσαν, όμως, τις κλειδαριές στα δυτικά μεν ήταν οι Ρωμαίοι και στα ανατολικά οι Κινέζοι. Οι αρχές λειτουργίας τους ήταν ίδιες μ’ εκείνες που ακολουθούσαν και οι Αιγύπτιοι –και που, κατά βάση, ακολουθούνται μέχρι σήμερα. Πριν από αυτούς, βέβαια, υπήρχαν οι Πέρσες. Στο παλάτι ενός από δαύτους βρέθηκε η πρώτη κλειδαριά ασφαλείας. Στο παλάτι του Sargon (κοντά στο 700 π.Χ.) ανακαλύφθηκε σε ανασκαφές μια ξύλινη κλειδαριά ασφαλείας που έσπρωχνε σιδερένιες μπάρες και χρειαζόταν αντίστοιχο με τα παραπάνω ξύλινο κλειδί ή τσεκούρι για να ανοίξει. 

Οι πρώτες μεταλλικές κλειδαριές εφευρέθηκαν από Άγγλους (παρεμπιπτόντως, όλα τα περίεργα αυτοί οι Άγγλοι τα κάνουνε: οδηγούν ανάποδα, έχουν πρίζες με τρεις εσοχές, ζουν σ’ ένα μέρος που δεν έχει βουνά και τρώνε πατάτες με ψάρια τηγανισμένα σε λάδι πολλών οκτανίων – τι να πεις;), κάπου στα 900 μ.Χ. Ήταν απλή κλειδαριά με σύρτη και διάφορα άλλα τεχνικά χαρακτηριστικά – τα οποία, όποιος ενδιαφέρεται να μάθει, ας ξηλώσει μια κλειδαριά από κάποια πόρτα και ας τη μελετήσει, αφού οι βασικές αρχές λειτουργίας έχουν μείνει πάνω-κάτω οι ίδιες. Πριν από αυτούς, οι Κινέζοι είχαν εφεύρει χάλκινα ή μπρούντζινα λουκέτα, που τα χρησιμοποιούσαν όταν μετέφεραν εμπορεύματα. 

Από τότε άρχισαν οι κλειδαριές να γίνονται και έργα τέχνης. Γερμανοί κλειδαράδες ή κλειδαροκατασκευαστές, στα χρόνια του Μεσαίωνα, αλλά και αργότερα, έφτιαχναν ασφαλιστικά συστήματα για ευγενείς, με σκαλισμένες παραστάσεις πάνω τους – αρκετά περίπλοκες κατασκευές, που κατά βάση δεν χρησιμοποιούνταν σχεδόν ποτέ. Επειδή, ακριβώς, γίνονταν πολύ ογκώδεις και αρκετά περίπλοκες και βασικός τους σκοπός ήταν να ταιριάζουν με την αρχιτεκτονική του εκάστοτε κάστρου, χρησιμοποιούνταν σαν έργα επίδειξης περισσότερο και η φύλαξη ανατιθόταν σε λιγότερο επιδέξια επιτεύγματα, όπως κρυφές κλειδαρότρυπες και άλλα τέτοια.  

Οι σημερινές κλειδαριές ακολουθούν περίπου τους ίδιους κανόνες λειτουργίας με τις «πατροπαράδοτες» – σε αντίθεση με τους διαρρήκτες και τις μεθόδους τους, οι οποίες πρέπει να εκσυγχρονίζονται. Πριν από το 1800 τα κτίρια που στέγαζαν τις τράπεζες (και όχι μόνο αυτά, δηλαδή) ήταν σχετικά πρόχειρα. Και οι αποταμιεύσεις μπαίνανε σε σεντούκια. Ελαστικές προφυλάξεις, δηλαδή, για έναν αποφασισμένο διαρρήκτη, ο οποίος μπορούσε να καταστρέψει έναν τοίχο, να πάρει το σεντούκι και να το ανοίξει κάπου ήσυχα. Έτσι, άρχισαν να κατασκευάζονται πιο ισχυρά και βαριά σεντούκια, με ατσάλι γύρω, γύρω και με ενισχυμένες κλειδαριές. Με λίγο δυναμίτη, όμως, όλες αυτές οι προφυλάξεις πήγαιναν περίπατο, μαζί με τους χαρούμενους ληστές. Αυτό οδήγησε τελικά στις κλειδαριές χωρίς κλειδί, αλλά με συνδυασμούς και, αργότερα, με ηλεκτρονικά κλειδώματα, όπως και τα χρηματοκιβώτια ενισχύθηκαν με ατσάλι και σκυρόδεμα. 

Ο πιο εντυπωσιακός διαρρήκτης, πάντως, πρέπει να είναι ο Charles Courtney, ο οποίος είναι και νόμιμος. Αναλαμβάνει υποβρύχιες διαρρήξεις –εκμεταλλευόμενος και τα δύο ταλέντα που έχει– σε χρηματοκιβώτια ναυαγίων. Ήταν ο πρώτος που έκανε διάρρηξη 400 πόδια κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας...